ταξιδιώτης
[taksidiˈotis]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
путешественник, турист
traveller, tourist · ένας ταξιδιώτης που επισκέπτεται χώρες — путешественник, который посещает страны
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ταξιδιώτης
вин.
τον ταξιδιώτη
род.
του ταξιδιώτη
зват.
ταξιδιώτη
Мн. ч.
им.
οι ταξιδιώτες
вин.
τους ταξιδιώτες
род.
των ταξιδιωτών
зват.
ταξιδιώτες
Примеры
Ο ταξιδιώτης περίμενε στο αεροδρόμιο.
Путешественник ждал в аэропорту. · The traveller was waiting at the airport.
Πολλοί ταξιδιώτες επισκέπτονται την Ελλάδα κάθε χρόνο.
Много туристов посещают Грецию каждый год. · Many travellers visit Greece every year.
Μίλησα με έναν ταξιδιώτη για το ταξίδι του.
Я поговорил с путешественником о его поездке. · I spoke with a traveller about his journey.
Οι ταξιδιώτες ήταν κουρασμένοι από το δρόμο.
Путешественники устали от дороги. · The travellers were tired from the journey.