Греческий словарь
с грамматикой

τακτοποιώ

[taktopoˈjo]глаголB1

Значения

1
организовать, устроить, урегулировать
to arrange, organize, settle · τακτοποιώ ένα πρόβλημα — устроить (решить) проблему
2
разместить, поместить (на работу, в доме и т. д.)
to place, accommodate, give a job to · τακτοποιώ κάποιον σε δουλειά — устроить кого-то на работу
3
привести в порядок, организовать (помещение, вещи)
to tidy up, put in order, organize · τακτοποιώ το γραφείο — привести в порядок офис

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τακτοποιώ
εσύ
τακτοποιείς
αυτός
τακτοποιεί
εμείς
τακτοποιούμε
εσείς
τακτοποιείτε
αυτοί
τακτοποιούν
Аорист
εγώ
τακτοποίησα
εσύ
τακτοποίησες
αυτός
τακτοποίησε
εμείς
τακτοποιήσαμε
εσείς
τακτοποιήσατε
αυτοί
τακτοποίησαν
Будущее
εγώ
θα τακτοποιήσω
εσύ
θα τακτοποιήσεις
αυτός
θα τακτοποιήσει
εμείς
θα τακτοποιήσουμε
εσείς
θα τακτοποιήσετε
αυτοί
θα τακτοποιήσουν

Примеры

Πρέπει να τακτοποιήσουμε τα χρήματα του έργου.
Нам нужно устроить финансирование проекта. · We need to sort out the project's finances.
Τον τακτοποίησαν σε καλή θέση στην εταιρεία.
Его устроили на хорошую должность в компании. · They got him a good position in the company.
Τακτοποιώ το σπίτι μου κάθε Σάββατο.
Я приводу свой дом в порядок каждую субботу. · I tidy up my house every Saturday.
Αν τακτοποιήσεις αυτό το θέμα, θα είμαι ευχαριστημένος.
Если ты решишь эту проблему, я буду доволен. · If you sort out this issue, I'll be happy.