Греческий словарь
с грамматикой

ταιριάζω

[tɛˈrʝazo]глаголA2

Значения

1
подходить, соответствовать (о размере, цвете, стиле)
to suit, to match, to fit (size, colour, style) · Το χρώμα ταιριάζει με το φόρεμα — Цвет подходит к платью
2
подходить друг другу, подходить (о людях)
to suit each other, to be right for each other · Αυτοί οι δύο ταιριάζουν — Эти двое подходят друг другу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ταιριάζω
εσύ
ταιριάζεις
αυτός
ταιριάζει
εμείς
ταιριάζουμε
εσείς
ταιριάζετε
αυτοί
ταιριάζουν
Аорист
εγώ
ταίριαξα
εσύ
ταίριαξες
αυτός
ταίριαξε
εμείς
ταιριάξαμε
εσείς
ταιριάξατε
αυτοί
ταίριαξαν
Будущее
εγώ
θα ταιριάξω
εσύ
θα ταιριάξεις
αυτός
θα ταιριάξει
εμείς
θα ταιριάξουμε
εσείς
θα ταιριάξετε
αυτοί
θα ταιριάξουν

Примеры

Αυτά τα παπούτσια ταιριάζουν με το σακάκι.
Эти туфли подходят к пиджаку. · These shoes match the jacket.
Δεν ταιριάζει αυτό το τραπέζι εδώ.
Этот стол здесь не подходит. · That table doesn't fit here.
Είμαστε τυχεροί που ταιριάξαμε.
Нам повезло, что мы подошли друг другу. · We're lucky that we're right for each other.
Θα ταιριάξει καλά το κόκκινο χρώμα;
Красный цвет будет хорошо подходить? · Will the red colour suit well?