Греческий словарь
с грамматикой

τίθεμαι

[ˈtiðeme]глаголB1

Значения

1
класть, помещать, ставить
to place, to put, to set · τίθεμαι το βιβλίο στο τραπέζι — кладу книгу на стол
2
устанавливать, создавать (основу, условия)
to establish, to lay down (foundation, conditions) · θέτουμε τους κανόνες — устанавливаем правила
3
предполагать, допускать
to assume, to suppose · ας θέσουμε ότι έχει δίκιο — предположим, что он прав

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τίθεμαι
εσύ
τίθεσαι
αυτός
τίθεται
εμείς
τιθέμεθα
εσείς
τίθεσθε
αυτοί
τίθενται
Аорист
εγώ
έθεσα
εσύ
έθεσες
αυτός
έθεσε
εμείς
θέσαμε
εσείς
θέσατε
αυτοί
έθεσαν
Будущее
εγώ
θα θέσω
εσύ
θα θέσεις
αυτός
θα θέσει
εμείς
θα θέσουμε
εσείς
θα θέσετε
αυτοί
θα θέσουν

Примеры

Θέτουμε τα κανόνες του παιχνιδιού.
Мы устанавливаем правила игры. · We set the rules of the game.
Έθεσα το ποτήρι στο τραπέζι προσεκτικά.
Я осторожно поставил стакан на стол. · I carefully placed the glass on the table.
Θα θέσουμε μια νέα βάση για το έργο.
Мы создадим новую основу для проекта. · We will establish a new foundation for the project.
Ας θέσουμε ότι αυτό είναι δυνατό.
Допустим, что это возможно. · Let us assume that this is possible.