Греческий словарь
с грамматикой

τάσσω

[ˈtaso]глаголB2

Значения

1
назначать, определять, устанавливать
appoint, assign, station, post · τάσσω κάποιον σε θέση — назначаю кого-то на должность
2
приказывать, командовать
command, order, direct · τάσσω στρατιώτες — приказываю солдатам
3
устанавливать, определять (норму, время, цену)
set, fix, determine, establish · τάσσω τιμή — устанавливаю цену

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τάσσω
εσύ
τάσσεις
αυτός
τάσσει
εμείς
τάσσουμε
εσείς
τάσσετε
αυτοί
τάσσουν
Аорист
εγώ
έταξα
εσύ
έταξες
αυτός
έταξε
εμείς
ετάξαμε
εσείς
ετάξατε
αυτοί
έταξαν
Будущее
εγώ
θα τάξω
εσύ
θα τάξεις
αυτός
θα τάξει
εμείς
θα τάξουμε
εσείς
θα τάξετε
αυτοί
θα τάξουν

Примеры

Ο διευθυντής έταξε νέους υπαλλήλους στο τμήμα.
Директор назначил новых сотрудников в отдел. · The director assigned new staff members to the department.
Τάσσουμε αυστηρές κανόνες για τη συμπεριφορά.
Мы устанавливаем строгие правила поведения. · We set strict rules for conduct.
Ο αξιωματικός τάξει τους στρατιώτες στη σειρά.
Офицер выстраивает солдат в ряд. · The officer lines up the soldiers in a row.
Έχουμε ήδη τάξει ημερομηνία για τη συνάντηση.
Мы уже установили дату встречи. · We have already set a date for the meeting.