Греческий словарь
с грамматикой

σώζω

[ˈsozo]глаголA2

Значения

1
спасать, спасить
to save, to rescue · σώζω ένα παιδί από τη φωτιά — спасаю ребёнка из огня
2
сохранять, сберегать
to preserve, to keep safe · σώζω τα έγγραφα σε ασφάλεια — сохраняю документы в безопасности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σώζω
εσύ
σώζεις
αυτός
σώζει
εμείς
σώζουμε
εσείς
σώζετε
αυτοί
σώζουν
Аорист
εγώ
έσωσα
εσύ
έσωσες
αυτός
έσωσε
εμείς
ἐσώσαμε
εσείς
ἐσώσατε
αυτοί
έσωσαν
Будущее
εγώ
θα σώσω
εσύ
θα σώσεις
αυτός
θα σώσει
εμείς
θα σώσουμε
εσείς
θα σώσετε
αυτοί
θα σώσουν

Примеры

Ο πυροσβέστης έσωσε τον άνδρα από τη φωτιά.
Пожарный спасил мужчину из огня. · The firefighter rescued the man from the fire.
Πρέπει να σώσουμε τα αρχαία κτήρια.
Нам нужно сохранить древние здания. · We must preserve the ancient buildings.
Θα σε σώσω, μην ανησυχείς.
Я тебя спасу, не волнуйся. · I'll save you, don't worry.
Το παιδί σώθηκε από μια σοβαρή ασθένεια.
Ребёнок был спасён от серьёзной болезни. · The child was saved from a serious illness.