Греческий словарь
с грамматикой

σύνταγμα

[ˈsindaɣma]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
конституция
constitution · το σύνταγμα της χώρας — конституция страны
2
рецепт
recipe · σύνταγμα για κέικ — рецепт торта
3
воинское подразделение
military unit, regiment · ένα σύνταγμα στρατιωτών — полк солдат

Грамматика

Ед. ч.
им.
το σύνταγμα
вин.
το σύνταγμα
род.
του συντάγματος
зват.
σύνταγμα
Мн. ч.
им.
τα συντάγματα
вин.
τα συντάγματα
род.
των συντάγματων
зват.
συντάγματα

Примеры

Το σύνταγμα προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών.
Конституция защищает права граждан. · The constitution protects the rights of citizens.
Αυτό το σύνταγμα για παστέλι είναι πολύ εύκολο.
Этот рецепт пастели очень простой. · This pastry recipe is very easy.
Το στρατιωτικό σύνταγμα πήγε στη βάση.
Воинское подразделение отправилось на базу. · The military unit went to the base.
Ακολούθησε τα συντάγματα της συνταγής του.
Она следовала указаниям рецепта. · She followed the recipe's instructions.