σύνδεσμος
[ˈsindezmo]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
союз (часть речи)
conjunction (part of speech) · συνδέσμους στη γραμματική — союзы в грамматике
2
связь, соединение
bond, connection, link · σύνδεσμος μεταξύ δύο πραγμάτων — связь между двумя вещами
3
организация, ассоциация
association, organization · σύνδεσμος εργαζομένων — ассоциация работников
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο σύνδεσμος
вин.
το σύνδεσμο
род.
του συνδέσμου
зват.
σύνδεσμε
Мн. ч.
им.
οι σύνδεσμοι
вин.
τους συνδέσμους
род.
των συνδέσμων
зват.
σύνδεσμοι
Примеры
Η λέξη «και» είναι ένας σύνδεσμος.
Слово «и» — это союз. · The word 'and' is a conjunction.
Ο σύνδεσμος των εργαζομένων αγωνίζεται για καλύτερα δικαιώματα.
Ассоциация работников борется за лучшие права. · The workers' association fights for better rights.
Υπάρχει ισχυρός σύνδεσμος ανάμεσα στη μουσική και τα συναισθήματα.
Между музыкой и эмоциями существует глубокая связь. · There is a strong bond between music and emotions.
Οι συνδέσμοι της αλυσίδας ήταν σκουριασμένοι.
Звенья цепи были ржавыми. · The links of the chain were rusty.