Греческий словарь
с грамматикой

σωπάζω

[soˈpazo]глаголA2

Значения

1
молчать, хранить молчание
to be silent, to keep quiet · σωπάζω για τα προβλήματα — молчу о проблемах
2
заставлять молчать, замалчивать
to silence, to suppress · σωπάζουν τις κριτικές — замалчивают критику

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σωπάζω
εσύ
σωπάζεις
αυτός
σωπάζει
εμείς
σωπάζουμε
εσείς
σωπάζετε
αυτοί
σωπάζουν
Аорист
εγώ
σώπασα
εσύ
σώπασες
αυτός
σώπασε
εμείς
σωπάσαμε
εσείς
σωπάσατε
αυτοί
σώπασαν
Будущее
εγώ
θα σωπάσω
εσύ
θα σωπάσεις
αυτός
θα σωπάσει
εμείς
θα σωπάσουμε
εσείς
θα σωπάσετε
αυτοί
θα σωπάσουν

Примеры

Δεν μπορώ να σωπάσω για αυτό.
Я не могу молчать об этом. · I cannot stay silent about this.
Σώπασε και άκουσε τα νέα.
Помолчи и слушай новости. · Be quiet and listen to the news.
Σωπάζουν τις αλήθειες που πρέπει να ξέρουμε.
Они скрывают истины, которые нам нужно знать. · They suppress the truths we need to know.