σχουλαρίκι
[sxulaˈriki]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
школьник, ученик
schoolboy, schoolchild, pupil · παιδί που πηγαίνει στο σχολείο — ребёнок, который ходит в школу
Грамматика
Ед. ч.
им.
το σχουλαρίκι
вин.
το σχουλαρίκι
род.
του σχουλαρικιού
зват.
σχουλαρίκι
Мн. ч.
им.
τα σχουλαρίκια
вин.
τα σχουλαρίκια
род.
των σχουλαρικιών
зват.
σχουλαρίκια
Примеры
Το σχουλαρίκι έχει πολλά βιβλία στη τσάντα.
У школьника в рюкзаке много книг. · The schoolboy has many books in his bag.
Τα σχουλαρίκια παίζουν στην αυλή.
Школьники играют на школьном дворе. · The schoolchildren are playing in the schoolyard.
Η μητέρα του σχουλαρικιού του έδωσε χρήματα.
Мать школьника дала ему деньги. · The schoolboy's mother gave him money.