σχολιασμός
[sxoliˈazmos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
комментирование, комментарий
commenting, commentary · σχολιασμός ενός κειμένου — комментирование текста
2
критические замечания, критика
critical remarks, criticism · δεκτός στον σχολιασμό — подверженный критике
Грамматика
Ед. ч.
им.
o σχολιασμός
вин.
το σχολιασμό
род.
του σχολιασμού
зват.
σχολιασμέ
Мн. ч.
им.
οι σχολιασμοί
вин.
τους σχολιασμούς
род.
των σχολιασμών
зват.
σχολιασμοί
Примеры
Ο σχολιασμός του δασκάλου ήταν πολύ χρήσιμος.
Комментарии учителя были очень полезны. · The teacher's commentary was very helpful.
Δέχθηκε τον σχολιασμό της κριτικής με ψυχραιμία.
Он принял критику спокойно. · He took the criticism calmly.
Ο σχολιασμός των έργων τέχνης είναι σημαντικός για την κατανόηση.
Анализ произведений искусства важен для понимания. · Commentary on artworks is important for understanding.