Греческий словарь
с грамматикой

σχολιάζω

[sxoˈliazɔ]глаголB1

Значения

1
комментировать, высказывать замечание
to comment on, to remark · σχολιάζει το άρθρο — комментирует статью
2
критиковать, осуждать
to criticize, to censure · σχολίασε την απόφασή του — раскритиковал его решение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σχολιάζω
εσύ
σχολιάζεις
αυτός
σχολιάζει
εμείς
σχολιάζουμε
εσείς
σχολιάζετε
αυτοί
σχολιάζουν
Аорист
εγώ
σχολίασα
εσύ
σχολίασες
αυτός
σχολίασε
εμείς
σχολιάσαμε
εσείς
σχολιάσατε
αυτοί
σχολίασαν
Будущее
εγώ
θα σχολιάσω
εσύ
θα σχολιάσεις
αυτός
θα σχολιάσει
εμείς
θα σχολιάσουμε
εσείς
θα σχολιάσετε
αυτοί
θα σχολιάσουν

Примеры

Ο δημοσιογράφος σχολίασε την πολιτική του κυβέρνησης.
Журналист прокомментировал политику правительства. · The journalist commented on the government's policy.
Σχολιάζουν συνέχεια τα λάθη των άλλων.
Они постоянно критикуют чужие ошибки. · They are always criticizing other people's mistakes.
Δεν θα σχολιάσω τις απόψεις σου.
Я не буду осуждать твои взгляды. · I won't pass judgment on your views.
Ήταν σχολιασμένο το κείμενο με πολλές παρατηρήσεις.
Текст был изобилован комментариями и замечаниями. · The text was full of comments and annotations.