σχολείο
[sxoˈlio]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
школа (учебное заведение)
school (educational institution) · παιδιά στο σχολείο — дети в школе
2
школа (направление, течение)
school (movement, style) · η σχολή της αρχαίας φιλοσοφίας — школа древней философии
Грамматика
Ед. ч.
им.
το σχολείο
вин.
το σχολείο
род.
του σχολείου
зват.
σχολείο
Мн. ч.
им.
τα σχολεία
вин.
τα σχολεία
род.
των σχολείων
зват.
σχολεία
Примеры
Τα παιδιά πάνε στο σχολείο κάθε πρωί.
Дети ходят в школу каждое утро. · The children go to school every morning.
Το σχολείό μας είναι πολύ μεγάλο.
Наша школа очень большая. · Our school is very large.
Δουλεύω σε ένα δημοτικό σχολείο.
Я работаю в начальной школе. · I work in a primary school.
Στα σχολεία υπάρχουν πολλές δραστηριότητες.
В школах есть много занятий. · There are many activities in schools.