Греческий словарь
с грамматикой

σχολαστικός

[sxolaˈstikos]прилагательноеB2

Значения

1
школьный, относящийся к школе
scholastic, relating to school · σχολαστικά βιβλία — школьные учебники
2
педантичный, формальный, схоластический
pedantic, formal, scholastic (in discussion or debate) · σχολαστική προσέγγιση — педантичный подход

Грамматика

мужской род
им.
σχολαστικός
вин.
σχολαστικό
род.
σχολαστικού
зват.
σχολαστικέ
женский род
им.
σχολαστική
вин.
σχολαστική
род.
σχολαστικής
зват.
σχολαστική
средний род
им.
σχολαστικό
вин.
σχολαστικό
род.
σχολαστικού
зват.
σχολαστικό

Примеры

Το σχολαστικό έτος ξεκινά τον Σεπτέμβριο.
Школьный год начинается в сентябре. · The school year starts in September.
Η σχολαστική μέθοδος δεν είναι πάντα αποτελεσματική.
Педантичный метод не всегда эффективен. · A scholastic method is not always effective.
Οι σχολαστικοί κανόνες της γραμματικής μπορούν να είναι ανώφελοι.
Формальные правила грамматики могут быть бесполезными. · Scholastic rules of grammar can be unhelpful.
Αυτή είναι μια σχολαστική συζήτηση χωρίς πρακτική αξία.
Это педантичная дискуссия без практической ценности. · This is a scholastic debate without practical value.