σχισμογράφος
[sçizmoˈɣrafos]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
раскольник, сторонник раскола (в религии)
schismatic, adherent of a schism (in religion) · ο σχισμογράφος της εκκλησίας — раскольник церкви
2
тот, кто пишет о расколах или способствует расколам
one who writes about or foments schisms · σχισμογράφος που διαιρεί την κοινότητα — раскольник, разделяющий общество
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο σχισμογράφος
вин.
τον σχισμογράφο
род.
του σχισμογράφου
зват.
σχισμογράφε
Мн. ч.
им.
οι σχισμογράφοι
вин.
τους σχισμογράφους
род.
των σχισμογράφων
зват.
σχισμογράφοι
Примеры
Ο σχισμογράφος προκάλεσε σοβαρή κρίση στην εκκλησία.
Раскольник вызвал серьёзный кризис в церкви. · The schismatic caused a serious crisis in the church.
Οι σχισμογράφοι αποσχίστηκαν από την κύρια κοινότητα.
Раскольники отделились от основного сообщества. · The schismatics split away from the main community.
Κατηγορήθηκε ως σχισμογράφος για τις διδασκαλίες του.
Его обвинили в расколничестве за его учения. · He was accused of schismatism for his teachings.