σχιζοφρένεια
[sçizoˈfrenia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
шизофрения (психическое заболевание)
schizophrenia (mental disorder) · ψυχική ασθένεια — психическое заболевание
Грамматика
Ед. ч.
им.
η σχιζοφρένεια
вин.
τη σχιζοφρένεια
род.
της σχιζοφρένειας
зват.
σχιζοφρένεια
Мн. ч.
им.
οι σχιζοφρένειες
вин.
τις σχιζοφρένειες
род.
των σχιζοφρενειών
зват.
σχιζοφρένειες
Примеры
Η σχιζοφρένεια είναι σοβαρή ψυχική ασθένεια.
Шизофрения — это серьёзное психическое заболевание. · Schizophrenia is a serious mental illness.
Ο αδερφός του διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια στα είκοσι.
Его брату диагностировали шизофрению в двадцать лет. · His brother was diagnosed with schizophrenia at twenty.
Η θεραπεία της σχιζοφρένειας απαιτεί συνέπεια και υπομονή.
Лечение шизофрении требует последовательности и терпения. · Treatment of schizophrenia requires consistency and patience.