Греческий словарь
с грамматикой

σχιζάκι

[sçiˈzaki]существительноеτο · средний родA2

Значения

1
трещина, щель
crack, split, fissure · σχιζάκι στο τοίχο — трещина в стене
2
щель, промежуток
narrow opening, gap · σχιζάκι ανάμεσα στα δάχτυλα — щель между пальцами

Грамматика

Ед. ч.
им.
το σχιζάκι
вин.
το σχιζάκι
род.
του σχιζακιού
зват.
σχιζάκι
Мн. ч.
им.
τα σχιζάκια
вин.
τα σχιζάκια
род.
των σχιζακιών
зват.
σχιζάκια

Примеры

Υπάρχει ένα μικρό σχιζάκι στον τοίχο.
В стене есть маленькая трещина. · There is a small crack in the wall.
Το νερό περνάει μέσα από το σχιζάκι.
Вода проходит сквозь щель. · Water seeps through the gap.
Τα σχιζάκια του πετρώματος είναι πολλά.
В скале много трещин. · The rock has many cracks.