Греческий словарь
с грамматикой

σχηματίζω

[sximaˈtizo]глаголB1

Значения

1
формировать, создавать форму
to form, to shape, to create · σχηματίζω ένα σχήμα — формирую форму
2
составлять, образовывать (о словах, предложениях)
to make up, to compose (words, sentences) · σχηματίζω μια πρόταση — составляю предложение
3
организовывать, создавать (группу, коллектив)
to organize, to set up (a group, team) · σχηματίζω μια ομάδα — организую команду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σχηματίζω
εσύ
σχηματίζεις
αυτός
σχηματίζει
εμείς
σχηματίζουμε
εσείς
σχηματίζετε
αυτοί
σχηματίζουν
Аорист
εγώ
σχημάτισα
εσύ
σχημάτισες
αυτός
σχημάτισε
εμείς
σχηματίσαμε
εσείς
σχηματίσατε
αυτοί
σχημάτισαν
Будущее
εγώ
θα σχηματίσω
εσύ
θα σχηματίσεις
αυτός
θα σχηματίσει
εμείς
θα σχηματίσουμε
εσείς
θα σχηματίσετε
αυτοί
θα σχηματίσουν

Примеры

Τα παιδιά σχηματίζουν ένα κύκλο στην αυλή.
Дети стоят в круг на школьном дворе. · The children form a circle in the schoolyard.
Αυτές οι λέξεις σχηματίζουν μια όμορφη πρόταση.
Эти слова составляют прекрасное предложение. · These words make up a beautiful sentence.
Θα σχηματίσουμε μια νέα ομάδα για το έργο.
Мы создадим новую команду для этого проекта. · We will set up a new team for the project.
Σχημάτισαν μια συμμαχία με τις άλλες χώρες.
Они создали союз с другими странами. · They formed an alliance with other countries.