σχετικότητα
[sxetikóˈtita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
относительность, зависимость от контекста или обстоятельств
relativity, the state of being relative or dependent on context · η σχετικότητα των κρίσεων — относительность суждений
2
релятивизм (философское учение в физике, теория Эйнштейна)
relativity (in physics, Einstein's theory) · θεωρία της σχετικότητας — теория относительности
Грамматика
Ед. ч.
им.
η σχετικότητα
вин.
τη σχετικότητα
род.
της σχετικότητας
зват.
σχετικότητα
Мн. ч.
им.
οι σχετικότητες
вин.
τις σχετικότητες
род.
των σχετικοτήτων
зват.
σχετικότητες
Примеры
Η σχετικότητα των αξιών εξαρτάται από την κουλτούρα.
Относительность ценностей зависит от культуры. · The relativity of values depends on culture.
Η θεωρία της σχετικότητας άλλαξε τη φυσική.
Теория относительности изменила физику. · The theory of relativity changed physics.
Πρέπει να αναγνωρίσουμε τη σχετικότητα κάθε απόψης.
Мы должны признать относительность каждого мнения. · We must acknowledge the relativity of every viewpoint.