Греческий словарь
с грамматикой

σχετίζω

[sxeˈtizo]глаголB1

Значения

1
связывать, связывать в связь
to relate, to connect, to link · σχετίζω δύο πράγματα — я связываю две вещи
2
иметь отношение, быть причастным
to be related to, to be involved with · σχετίζεται με το έγκλημα — он причастен к преступлению

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σχετίζω
εσύ
σχετίζεις
αυτός
σχετίζει
εμείς
σχετίζουμε
εσείς
σχετίζετε
αυτοί
σχετίζουν
Аорист
εγώ
σχέτισα
εσύ
σχέτισες
αυτός
σχέτισε
εμείς
σχετίσαμε
εσείς
σχετίσατε
αυτοί
σχέτισαν
Будущее
εγώ
θα σχετίσω
εσύ
θα σχετίσεις
αυτός
θα σχετίσει
εμείς
θα σχετίσουμε
εσείς
θα σχετίσετε
αυτοί
θα σχετίσουν

Примеры

Η έρευνα σχετίζει τα δύο περιστατικά.
Исследование связывает два происшествия. · The investigation links the two incidents.
Δεν σχετίζομαι με αυτό το πρόγραμμα.
Я не имею отношения к этой программе. · I'm not involved with that program.
Ο ύποπτος σχετίστηκε με πολλές υποθέσεις.
Подозреваемого связали со многими делами. · The suspect was linked to many cases.
Τα προβλήματα που σχετίζονται με την υγεία είναι σοβαρά.
Проблемы, связанные со здоровьем, серьезны. · Health-related problems are serious.