Греческий словарь
с грамматикой

σχεδιαστής

[sxeðiˈastis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
дизайнер, конструктор, проектировщик
designer, draughtsman, planner · ο σχεδιαστής της μόδας — модельер, дизайнер моды
2
художник (тот, кто создаёт эскизы и чертежи)
artist (one who draws sketches and designs) · σχεδιαστής αρχιτεκτονικής — архитектор, проектировщик зданий

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο σχεδιαστής
вин.
τον σχεδιαστή
род.
του σχεδιαστή
зват.
σχεδιαστή
Мн. ч.
им.
οι σχεδιαστές
вин.
τους σχεδιαστές
род.
των σχεδιαστών
зват.
σχεδιαστές

Примеры

Ο σχεδιαστής δημιούργησε ένα νέο προϊόν.
Дизайнер создал новый продукт. · The designer created a new product.
Οι σχεδιαστές συνεργάστηκαν για το έργο.
Дизайнеры сотрудничали над проектом. · The designers collaborated on the project.
Η αρχιτέκτων είναι έμπειρη σχεδιαστή.
Архитектор — опытный дизайнер. · The architect is an experienced designer.
Του σχεδιαστή το όνομα είναι γνωστό.
Имя дизайнера хорошо известно. · The designer's name is well known.