Греческий словарь
с грамматикой

σχεδιασμός

[sxeðiaˈzmos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
планирование, проектирование
planning, design · σχεδιασμός του έργου — планирование проекта
2
схема, план, чертёж
scheme, plan, blueprint · σχεδιασμός του κτιρίου — план здания

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο σχεδιασμός
вин.
τον σχεδιασμό
род.
του σχεδιασμού
зват.
σχεδιασμέ
Мн. ч.
им.
οι σχεδιασμοί
вин.
τους σχεδιασμούς
род.
των σχεδιασμών
зват.
σχεδιασμοί

Примеры

Ο σχεδιασμός του διαμερίσματος είναι πολύ καλός.
Планировка квартиры очень хороша. · The apartment layout is very good.
Χρειαζόμαστε σχεδιασμό για το νέο έργο.
Нам нужно планирование для нового проекта. · We need planning for the new project.
Οι σχεδιασμοί των αρχιτεκτόνων ήταν εντυπωσιακοί.
Проекты архитекторов были впечатляющими. · The architects' designs were impressive.
Ο σχεδιασμός των διακοπών ξεκίνησε νωρίς.
Планирование отпуска началось рано. · Vacation planning started early.