Греческий словарь
с грамматикой

σχεδιάζω

[sxeˈðjazo]глаголA2

Значения

1
рисовать, чертить
to draw, to sketch · σχεδιάζω ένα σχήμα — рисую фигуру
2
планировать, намечать
to plan, to design · σχεδιάζω το μέλλον — планирую будущее

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σχεδιάζω
εσύ
σχεδιάζεις
αυτός
σχεδιάζει
εμείς
σχεδιάζουμε
εσείς
σχεδιάζετε
αυτοί
σχεδιάζουν
Аорист
εγώ
σχεδίασα
εσύ
σχεδίασες
αυτός
σχεδίασε
εμείς
σχεδιάσαμε
εσείς
σχεδιάσατε
αυτοί
σχεδίασαν
Будущее
εγώ
θα σχεδιάσω
εσύ
θα σχεδιάσεις
αυτός
θα σχεδιάσει
εμείς
θα σχεδιάσουμε
εσείς
θα σχεδιάσετε
αυτοί
θα σχεδιάσουν

Примеры

Ο αρχιτέκτονας σχεδιάζει το νέο κτήριο.
Архитектор проектирует новое здание. · The architect is designing the new building.
Σχεδίασα τα όνειρά μου για το καλοκαίρι.
Я спланировал свои летние мечты. · I planned my summer dreams.
Οι μαθητές σχεδιάζουν τα πορτραίτα τους.
Ученики рисуют свои портреты. · The students are sketching their portraits.
Θα σχεδιάσουμε τις διακοπές μας αύριο.
Завтра мы спланируем наш отпуск. · Tomorrow we'll plan our vacation.