σχίστης
[ˈsçistis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
раскольник, еретик
schismatic, heretic · σχίστης της εκκλησίας — раскольник церкви
2
раскол, расщелина (редко)
schism, fissure (rare) · σχίστης στο βράχο — расселина в скале
Грамматика
Ед. ч.
им.
o σχίστης
вин.
τον σχίστη
род.
του σχίστη
зват.
σχίστη
Мн. ч.
им.
οι σχίστες
вин.
τους σχίστες
род.
των σχιστών
зват.
σχίστες
Примеры
Στον Μεσαίωνα, πολλοί σχίστες διαχωρίστηκαν από την κύρια εκκλησία.
В Средневековье многие раскольники отделились от основной церкви. · In the Middle Ages, many schismatics separated from the main church.
Ο σχίστης δημιούργησε μια νέα θρησκευτική κοινότητα.
Раскольник создал новую религиозную общину. · The schismatic founded a new religious community.
Κατήγορησε τον σχίστη για αίρεση.
Он обвинил раскольника в ереси. · He accused the heretic of heresy.