σχίσμα
[ˈsxizma]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
раскол, раздор
schism, split, division · σχίσμα στην εκκλησία — раскол в церкви
2
разрыв, трещина
tear, rip, crack · σχίσμα στο ύφασμα — разрыв в ткани
Грамматика
Ед. ч.
им.
το σχίσμα
вин.
το σχίσμα
род.
του σχίσματος
зват.
σχίσμα
Мн. ч.
им.
τα σχίσματα
вин.
τα σχίσματα
род.
των σχισμάτων
зват.
σχίσματα
Примеры
Το ιστορικό σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης αλλάζει την Ευρώπη.
Исторический раскол между Востоком и Западом меняет Европу. · The historic split between East and West is changing Europe.
Ένα σχίσμα στη σχέση τους ήταν αναπόφευκτο.
Разрыв в их отношениях был неизбежен. · A rift in their relationship was inevitable.
Το σχίσμα της Μεγάλης Σχίσματος έγινε το 1054.
Великий раскол произошёл в 1054 году. · The Great Schism took place in 1054.
Υπάρχει ένα μικρό σχίσμα στον τοίχο.
В стене есть маленькая трещина. · There is a small crack in the wall.