Греческий словарь
с грамматикой

σχίζω

[ˈsçizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
разрывать, рвать
tear, rip · σχίζω το χαρτί — рву бумагу
2
расколывать, раскалывать
split, cleave · σχίζω το ξύλο — расколю дрова
3
делить, разделять
divide, split apart · σχίζω την ομάδα — раскалываю команду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σχίζω
εσύ
σχίζεις
αυτός
σχίζει
εμείς
σχίζουμε
εσείς
σχίζετε
αυτοί
σχίζουν
Аорист
εγώ
έσχισα
εσύ
έσχισες
αυτός
έσχισε
εμείς
εσχίσαμε
εσείς
εσχίσατε
αυτοί
έσχισαν
Будущее
εγώ
θα σχίσω
εσύ
θα σχίσεις
αυτός
θα σχίσει
εμείς
θα σχίσουμε
εσείς
θα σχίσετε
αυτοί
θα σχίσουν

Примеры

Έσχισε το χαρτί στη μέση.
Она разорвала бумагу пополам. · She tore the paper in half.
Οι διαφορές σχίζουν την κοινωνία.
Разногласия раскалывают общество. · Disagreements divide society.
Σχίσε το ξύλο με το τσεκούρι.
Он расколол дрова топором. · He split the logs with an axe.
Το ρέμα σχίζει την κοιλάδα.
Ручей разрезает долину. · The stream cuts through the valley.