Греческий словарь
с грамматикой

σχέδιο

[ˈsxeðjo]существительноеτο · средний родA2

Значения

1
план, проект
plan, project · το σχέδιο της εταιρείας — план компании
2
рисунок, чертёж, эскиз
drawing, sketch, design · το σχέδιο του αρχιτέκτονα — чертёж архитектора
3
схема, диаграмма
diagram, scheme · το σχέδιο της διαδικασίας — схема процесса

Грамматика

Ед. ч.
им.
το σχέδιο
вин.
το σχέδιο
род.
του σχεδίου
зват.
σχέδιο
Мн. ч.
им.
τα σχέδια
вин.
τα σχέδια
род.
των σχεδίων
зват.
σχέδια

Примеры

Το σχέδιό τους είναι πολύ φιλόδοξο.
Их план очень амбициозен. · Their plan is very ambitious.
Ο αρχιτέκτονας έδειξε το σχέδιο του κτιρίου.
Архитектор показал чертёж здания. · The architect showed the building's design.
Σύμφωνα με το σχέδιο, θα ξεκινήσουμε την Δευτέρα.
По плану мы начнём в понедельник. · According to the plan, we'll start on Monday.
Έχω τα σχέδια για το καλοκαίρι.
У меня есть планы на лето. · I have plans for the summer.