Греческий словарь
с грамматикой

σφαγιάζω

[sfaˈʝazo]глаголB2

Значения

1
резать горло, убивать (животное) перерезанием горла
slaughter, kill (an animal) by cutting its throat · σφαγιάζω τα πρόβατα — я режу горло овцам
2
варварски убивать, истреблять
slaughter brutally, massacre · σφαγιάζω ανθρώπους — убивать людей жестоко

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σφαγιάζω
εσύ
σφαγιάζεις
αυτός
σφαγιάζει
εμείς
σφαγιάζουμε
εσείς
σφαγιάζετε
αυτοί
σφαγιάζουν
Аорист
εγώ
σφάγιασα
εσύ
σφάγιασες
αυτός
σφάγιασε
εμείς
σφαγιάσαμε
εσείς
σφαγιάσατε
αυτοί
σφάγιασαν
Будущее
εγώ
θα σφαγιάσω
εσύ
θα σφαγιάσεις
αυτός
θα σφαγιάσει
εμείς
θα σφαγιάσουμε
εσείς
θα σφαγιάσετε
αυτοί
θα σφαγιάσουν

Примеры

Στο χωριό σφαγιάζουν πρόβατα για το Πάσχα.
В деревне режут овец к Пасхе. · In the village they slaughter sheep for Easter.
Σφάγιασε το κοτόπουλο αμέσως το πρωί.
Он зарезал курицу рано утром. · He slaughtered the chicken early in the morning.
Ιστορικά σφαγιάζουν αμάχους κατά τις πολεμικές συγκρούσεις.
Во время боевых конфликтов историчес­ки уничтожают мирных жителей. · Historically, civilians are massacred during armed conflicts.