Греческий словарь
с грамматикой

συχνότητα

[sixˈnota]существительноеη · женский родB1

Значения

1
частота, частотность
frequency, how often something occurs · η συχνότητα των επισκέψεων — частота посещений
2
частота (в физике)
frequency (physics/radio) · η συχνότητα του κύματος — частота волны

Грамматика

Ед. ч.
им.
η συχνότητα
вин.
τη συχνότητα
род.
της συχνότητας
зват.
συχνότητα
Мн. ч.
им.
οι συχνότητες
вин.
τις συχνότητες
род.
των συχνοτήτων
зват.
συχνότητες

Примеры

Η συχνότητα των τρένων αυξήθηκε τον χειμώνα.
Зимой увеличилась частота поездов. · The frequency of trains increased in winter.
Πόση είναι η συχνότητα αυτού του σταθμού;
Какая частота у этой радиостанции? · What is the frequency of this radio station?
Η συχνότητας του παλμού του ήταν ψηλή.
Частота его пульса была высокой. · The frequency of his pulse was high.
Μιλάμε με μεγάλη συχνότητα κάθε εβδομάδα.
Мы часто общаемся каждую неделю. · We talk frequently every week.