Греческий словарь
с грамматикой

συσχετίζω

[sisxeˈtizo]глаголB2

Значения

1
связывать, устанавливать связь между чем-либо
to correlate, to establish a connection between things · συσχετίζω δύο φαινόμενα — связываю два явления
2
соотносить, приводить в соответствие
to relate, to bring into correspondence · συσχετίζω τα στοιχεία με τα δεδομένα — соотношу элементы с данными

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συσχετίζω
εσύ
συσχετίζεις
αυτός
συσχετίζει
εμείς
συσχετίζουμε
εσείς
συσχετίζετε
αυτοί
συσχετίζουν
Аорист
εγώ
συσχέτισα
εσύ
συσχέτισες
αυτός
συσχέτισε
εμείς
συσχετίσαμε
εσείς
συσχετίσατε
αυτοί
συσχέτισαν
Будущее
εγώ
θα συσχετίσω
εσύ
θα συσχετίσεις
αυτός
θα συσχετίσει
εμείς
θα συσχετίσουμε
εσείς
θα συσχετίσετε
αυτοί
θα συσχετίσουν

Примеры

Οι ερευνητές συσχέτισαν την κατάθλιψη με το άγχος.
Исследователи связали депрессию с тревогой. · Researchers correlated depression with anxiety.
Θα συσχετίσουμε τα δεδομένα του πρώτου χρόνου με αυτά του δεύτερου.
Мы соотнесём данные первого года со вторым годом. · We will relate the first year's data to the second year's.
Δεν μπορούμε να συσχετίζουμε αυτά τα δύο γεγονότα εύκολα.
Мы не можем легко связать эти два события. · We cannot easily correlate these two events.