συσχέτιση
[sisxeˈtisi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
корреляция, связь между явлениями
correlation, relationship between phenomena · η συσχέτιση μεταξύ δύο μεταβλητών — связь между двумя переменными
2
взаимосвязь, взаимное соотношение
interconnection, mutual relationship · η συσχέτιση των γεγονότων — взаимосвязь событий
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συσχέτιση
вин.
τη συσχέτιση
род.
της συσχέτισης
зват.
συσχέτιση
Мн. ч.
им.
οι συσχετίσεις
вин.
τις συσχετίσεις
род.
των συσχετίσεων
зват.
συσχετίσεις
Примеры
Η συσχέτιση μεταξύ της θερμοκρασίας και της ενέργειας είναι σημαντική.
Связь между температурой и энергией важна. · The correlation between temperature and energy is significant.
Οι ερευνητές ανακάλυψαν ισχυρή συσχέτιση στα δεδομένα.
Исследователи обнаружили сильную корреляцию в данных. · Researchers found a strong correlation in the data.
Δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ αυτών των δύο φαινομένων.
Между этими двумя явлениями нет связи. · There is no correlation between these two phenomena.
Οι συσχετίσεις που βρήκαμε ήταν αναπάντεχες.
Обнаруженные нами связи были неожиданными. · The correlations we found were unexpected.