συστηματικός
[sistimatiˈkos]прилагательноеB2
Значения
1
систематический, методический
systematic, methodical · συστηματική προσέγγιση — систематический подход
2
постоянный, последовательный
consistent, regular · συστηματική άσκηση — регулярные тренировки
Грамматика
мужской род
им.
συστηματικός
вин.
συστηματικό
род.
συστηματικού
зват.
συστηματικέ
женский род
им.
συστηματική
вин.
συστηματική
род.
συστηματικής
зват.
συστηματική
средний род
им.
συστηματικό
вин.
συστηματικό
род.
συστηματικού
зват.
συστηματικό
Примеры
Χρειάζεται μια συστηματική προσέγγιση για να λύσουμε το πρόβλημα.
Нам нужен систематический подход, чтобы решить эту проблему. · We need a systematic approach to solve this problem.
Ο συστηματικός έλεγχος των δεδομένων εντόπισε τα σφάλματα.
Систематическая проверка данных выявила ошибки. · The systematic inspection of the data revealed the errors.
Δουλεύει συστηματικά κάθε πρωί πριν ξεκινήσει η μέρα.
Он регулярно работает каждое утро, прежде чем начнется день. · He works consistently every morning before the day starts.
Οι συστηματικές παρατηρήσεις του επιστήμονα ήταν πολύτιμες.
Методичные наблюдения учёного были бесценны. · The scientist's methodical observations were invaluable.