συστατικός
[sistatiˈkos]прилагательноеB1
Значения
1
составной, состоящий из частей
constituent, composed of parts · συστατικά στοιχεία — составные элементы
2
рекомендательный (о письме)
of recommendation; testimonial · συστατική επιστολή — рекомендательное письмо
Грамматика
мужской род
им.
συστατικός
вин.
συστατικό
род.
συστατικού
зват.
συστατικέ
женский род
им.
συστατική
вин.
συστατική
род.
συστατικής
зват.
συστατική
средний род
им.
συστατικό
вин.
συστατικό
род.
συστατικού
зват.
συστατικό
Примеры
Τα συστατικά μέρη του μηχανήματος είναι πολλά.
Составные части машины многочисленны. · The constituent parts of the machine are numerous.
Θα χρειαστεί μια συστατική επιστολή για τη δουλειά.
Вам понадобится рекомендательное письмо для работы. · You'll need a letter of recommendation for the job.
Ποια είναι τα συστατικά υλικά του προϊόντος;
Какие составляющие материалы этого продукта? · What are the constituent materials of the product?