Греческий словарь
с грамматикой

συστατικό

[sistaˈtiko]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
ингредиент, составной элемент
ingredient, component · συστατικά του φαγητού — ингредиенты блюда
2
составная часть, элемент
constituent part, element · συστατικό στοιχείο — составной элемент

Грамматика

Ед. ч.
им.
το συστατικό
вин.
το συστατικό
род.
του συστατικού
зват.
συστατικό
Мн. ч.
им.
τα συστατικά
вин.
τα συστατικά
род.
των συστατικών
зват.
συστατικά

Примеры

Τα συστατικά της συνταγής είναι απλά και φθηνά.
Ингредиенты рецепта простые и дешёвые. · The ingredients of the recipe are simple and cheap.
Χρειάζομαι τρία κύρια συστατικά για την πίτα.
Мне нужны три основных ингредиента для пирога. · I need three main ingredients for the pie.
Το συστατικό αυτό δεν είναι διαθέσιμο στο κατάστημα.
Этот ингредиент недоступен в магазине. · This ingredient is not available at the shop.
Ποια συστατικά περιέχει αυτό το προϊόν;
Какие ингредиенты содержит этот продукт? · What ingredients does this product contain?