Греческий словарь
с грамматикой

συσπάω

[sisˈpao]глаголC1

Значения

1
сжимать, стягивать (части тела или предметы вместе)
to contract, draw together, clench (limbs or objects) · συσπάει τις γροθιές — сжимает кулаки
2
сокращаться, съёживаться (о мышцах, теле)
to contract, shrivel (of muscles, body) · το δέρμα συσπάται — кожа сокращается

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συσπώ
εσύ
συσπάς
αυτός
συσπάει
εμείς
συσπάμε
εσείς
συσπάτε
αυτοί
συσπάνε
Аорист
εγώ
συσπάσα
εσύ
συσπάσες
αυτός
συσπάσε
εμείς
συσπάσαμε
εσείς
συσπάσατε
αυτοί
συσπάσαν
Будущее
εγώ
θα συσπάσω
εσύ
θα συσπάσεις
αυτός
θα συσπάσει
εμείς
θα συσπάσουμε
εσείς
θα συσπάσετε
αυτοί
θα συσπάσουν

Примеры

Ο φοβισμένος σκύλος συσπά τα πόδια του.
Испуганная собака поджимает лапы. · The frightened dog tucks its paws.
Όταν κρυώνει, συσπάω τα χέρια μου.
Когда мне холодно, я сжимаю руки. · When I'm cold, I clench my hands.
Τα μάτια του συσπάστηκαν από τη φωτιά.
Его глаза сощурились от света. · His eyes squinted from the brightness.