Греческий словарь
с грамматикой

συρματόπλεγμα

[sirmaˈtɔpleɣma]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
сетка из проволоки, сетчатый забор
wire mesh, wire fence, chain-link fence · φράχτης από συρματόπλεγμα — забор из сетки
2
в переносном смысле: сеть, паутина (ограничений, контроля)
figuratively: web, network (of restrictions, controls) · συρματόπλεγμα νόμων — паутина законов

Грамматика

Ед. ч.
им.
το συρματόπλεγμα
вин.
το συρματόπλεγμα
род.
του συρματοπλέγματος
зват.
συρματόπλεγμα
Мн. ч.
им.
τα συρματοπλέγματα
вин.
τα συρματοπλέγματα
род.
των συρματοπλεγμάτων
зват.
συρματοπλέγματα

Примеры

Το συρματόπλεγμα προστατεύει τον κήπο από τα ζώα.
Проволочная сетка защищает сад от животных. · The wire mesh protects the garden from animals.
Χρειάζεται να επισκευάσουμε το συρματόπλεγμα του φράχτη.
Нам нужно починить сетчатый забор. · We need to repair the mesh fence.
Τα πουλιά δεν μπορούν να περάσουν το συρματόπλεγμα.
Птицы не могут пройти сквозь сетку. · The birds cannot pass through the wire mesh.
Ένα συρματόπλεγμα περιορισμών περιβάλλει τις ζωές μας.
Паутина ограничений окружает нашу жизнь. · A web of restrictions surrounds our lives.