συνωμοτώ
[sinomoˈto]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)C1
Значения
1
вступать в заговор, участвовать в заговоре
to conspire, to plot together · συνωμοτούν κατά του κυβέρνησης — они вступают в заговор против правительства
2
(переносное) тайно объединяться против кого-либо
(figurative) to work secretly against someone · οι περιστάσεις συνωμότησαν εναντίον του — обстоятельства объединились против него
Грамматика
Настоящее время
εγώ
συνωμοτώ
εσύ
συνωμοτάς
αυτός
συνωμοτά
εμείς
συνωμοτούμε
εσείς
συνωμοτάτε
αυτοί
συνωμοτούν
Аорист
εγώ
συνωμότησα
εσύ
συνωμότησες
αυτός
συνωμότησε
εμείς
συνωμοτήσαμε
εσείς
συνωμοτήσατε
αυτοί
συνωμότησαν
Будущее
εγώ
θα συνωμοτήσω
εσύ
θα συνωμοτήσεις
αυτός
θα συνωμοτήσει
εμείς
θα συνωμοτήσουμε
εσείς
θα συνωμοτήσετε
αυτοί
θα συνωμοτήσουν
Примеры
Ιστορικοί υποστηρίζουν ότι συνωμότησαν εναντίον του βασιλιά.
Историки утверждают, что они вступили в заговор против короля. · Historians argue that they conspired against the king.
Δεν θα συνωμοτήσω ποτέ με αυτούς τους ανθρώπους.
Я никогда не буду участвовать в заговоре с этими людьми. · I will never conspire with those people.
Οι εχθροί του συνωμοτούν κάθε ημέρα για να τον καταρρίψουν.
Его враги ежедневно строят заговор, чтобы его свергнуть. · His enemies plot every day to bring him down.