συνωμοσία
[sinomosˈia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
заговор, конспирация
conspiracy, plot · μια συνωμοσία κατά του κράτους — заговор против государства
2
тайное соглашение, сговор
secret agreement, collusion · συνωμοσία των εταιρειών — сговор компаний
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συνωμοσία
вин.
την συνωμοσία
род.
της συνωμοσίας
зват.
συνωμοσία
Мн. ч.
им.
οι συνωμοσίες
вин.
τις συνωμοσίες
род.
των συνωμοσιών
зват.
συνωμοσίες
Примеры
Η συνωμοσία αποκαλύφθηκε από τις αρχές.
Заговор был раскрыт властями. · The conspiracy was uncovered by the authorities.
Συνελήφθησαν για τη συνωμοσία τους κατά του κυβερνήτη.
Их арестовали за заговор против губернатора. · They were arrested for their plot against the governor.
Πολλές συνωμοσίες υπάρχουν στην ιστορία.
Много заговоров зафиксировано в истории. · Many conspiracies exist throughout history.