Греческий словарь
с грамматикой

συνυπάρχω

[sinipˈarχo]глаголC1

Значения

1
существовать одновременно, сосуществовать
to coexist, to exist together · διαφορετικές απόψεις συνυπάρχουν — разные взгляды сосуществуют
2
быть врождённым свойством, сопутствовать
to be an inherent property, to accompany as a concomitant feature · το πόνος συνυπάρχει με τη νόσο — боль неразрывно связана с болезнью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συνυπάρχω
εσύ
συνυπάρχεις
αυτός
συνυπάρχει
εμείς
συνυπάρχουμε
εσείς
συνυπάρχετε
αυτοί
συνυπάρχουν
Аорист
εγώ
συνυπήρξα
εσύ
συνυπήρξες
αυτός
συνυπήρξε
εμείς
συνυπήρξαμε
εσείς
συνυπήρξατε
αυτοί
συνυπήρξαν
Будущее
εγώ
θα συνυπάρξω
εσύ
θα συνυπάρξεις
αυτός
θα συνυπάρξει
εμείς
θα συνυπάρξουμε
εσείς
θα συνυπάρξετε
αυτοί
θα συνυπάρξουν

Примеры

Η δικαιοσύνη και το έλεος συνυπάρχουν στην αληθινή νομιμότητα.
Справедливость и милосердие сосуществуют в подлинной законности. · Justice and mercy coexist in true legitimacy.
Στη φιλοσοφία του, δύο αντίθετες ιδέες συνυπάρχουν αρμονικά.
В его философии два противоположных идеи гармонично сосуществуют. · In his philosophy, two opposite ideas coexist harmoniously.
Ο φόβος και η ελπίδα συνυπήρξαν στην εμπειρία του.
Страх и надежда сосуществовали в его опыте. · Fear and hope coexisted in his experience.
Οι δύο φαινόμενα συνυπάρχουν και δεν μπορούν να διαχωριστούν.
Оба явления сосуществуют и не могут быть разделены. · The two phenomena coexist and cannot be separated.