συντροφικός
[sindrofiˈkos]прилагательноеB2
Значения
1
товарищеский, дружеский
comradely, friendly · συντροφικό πνεύμα — товарищеский дух
2
основанный на товариществе, партнёрском сотрудничестве
based on companionship or partnership · συντροφική σχέση — партнёрские отношения
Грамматика
мужской род
им.
συντροφικός
вин.
συντροφικό
род.
συντροφικού
зват.
συντροφικέ
женский род
им.
συντροφική
вин.
συντροφική
род.
συντροφικής
зват.
συντροφική
средний род
им.
συντροφικό
вин.
συντροφικό
род.
συντροφικού
зват.
συντροφικό
Примеры
Δημιούργησαν ένα συντροφικό περιβάλλον στην ομάδα.
Они создали товарищескую атмосферу в команде. · They created a comradely atmosphere in the team.
Η συντροφική αλληλεγγύη ήταν βασική αρχή του κινήματος.
Товарищеская солидарность была основным принципом движения. · Comradely solidarity was a fundamental principle of the movement.
Διατηρούν συντροφικές σχέσεις με τα μέλη της ομάδας.
Они поддерживают товарищеские отношения с членами группы. · They maintain comradely relations with group members.