Греческий словарь
с грамматикой

συντροφιά

[sinroˈfia]существительноеη · женский родA2

Значения

1
компания (группа людей)
company (group of people) · μια καλή συντροφιά — хорошая компания
2
товарищество, дружба
companionship, friendship · η συντροφιά των φίλων — товарищество друзей

Грамматика

Ед. ч.
им.
η συντροφιά
вин.
τη συντροφιά
род.
της συντροφιάς
зват.
συντροφιά
Мн. ч.
им.
οι συντροφιές
вин.
τις συντροφιές
род.
των συντροφιών
зват.
συντροφιές

Примеры

Χθες έκανα πάρτι με τη δική μου συντροφιά.
Вчера я устроил вечеринку со своей компанией. · Yesterday I threw a party with my company.
Μας αρέσει η συντροφιά του ο ένας του άλλου.
Нам нравится быть вместе. · We enjoy each other's company.
Οι συντροφιές των φοιτητών συναντιούνται στην πλατεία.
Компании студентов встречаются на площади. · Groups of students meet in the square.
Ποια συντροφιά θα έρθει αύριο στο σπίτι;
Какая компания придёт завтра в дом? · Which group will come to the house tomorrow?