συντροφεύω
[sindroˈfevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
сопровождать, идти рядом с кем-либо
to accompany, to go along with someone · συντροφεύω έναν φίλο — сопровождаю друга
2
быть спутником, находиться рядом
to be a companion to, to be alongside · η ελπίδα τον συντροφεύει — надежда его не покидает
Грамматика
Настоящее время
εγώ
συντροφεύω
εσύ
συντροφεύεις
αυτός
συντροφεύει
εμείς
συντροφεύουμε
εσείς
συντροφεύετε
αυτοί
συντροφεύουν
Аорист
εγώ
συντροφέυσα
εσύ
συντροφέυσες
αυτός
συντροφέυσε
εμείς
συντροφεύσαμε
εσείς
συντροφεύσατε
αυτοί
συντροφέυσαν
Будущее
εγώ
θα συντροφεύσω
εσύ
θα συντροφεύσεις
αυτός
θα συντροφεύσει
εμείς
θα συντροφεύσουμε
εσείς
θα συντροφεύσετε
αυτοί
θα συντροφεύσουν
Примеры
Ο πατέρας του τον συντροφεύει στο σχολείο.
Его отец ходит с ним в школу. · His father accompanies him to school.
Η τύχη δεν συντροφεύει τους τεμπέληδες.
Удача не сопутствует лентяям. · Luck does not attend the lazy.
Θα σας συντροφεύσω μέχρι το σταθμό.
Я вас провожу до вокзала. · I'll go with you as far as the station.
Συντροφεύει τις δικές του όψεις η κριτική σκέψη.
Его взгляды сопровождаются критическим мышлением. · His views are accompanied by critical thinking.