Греческий словарь
с грамматикой

συντρίβω

[sinˈtrivo]глаголB1

Значения

1
разбивать, разламывать, дробить
to break, to smash, to crush · συντρίβω το πιάτο — я разбиваю тарелку
2
подавлять, сокрушать, уничтожать (врага, противника)
to crush, to defeat decisively, to destroy (enemy, opposition) · συντρίβω τον εχθρό — я разбиваю врага
3
сломить, подавить (волю, сопротивление)
to break (will, resistance), to overcome · συντρίβω την αντίσταση — я ломаю сопротивление

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συντρίβω
εσύ
συντρίβεις
αυτός
συντρίβει
εμείς
συντρίβουμε
εσείς
συντρίβετε
αυτοί
συντρίβουν
Аорист
εγώ
συνέτριψα
εσύ
συνέτριψες
αυτός
συνέτριψε
εμείς
συντρίψαμε
εσείς
συντρίψατε
αυτοί
συνέτριψαν
Будущее
εγώ
θα συντρίψω
εσύ
θα συντρίψεις
αυτός
θα συντρίψει
εμείς
θα συντρίψουμε
εσείς
θα συντρίψετε
αυτοί
θα συντρίψουν

Примеры

Το παιδί συνέτριψε τα παιχνίδια του.
Ребёнок разбил свои игрушки. · The child smashed his toys.
Η αστυνομία συνέτριψε το εγκληματικό δίκτυο.
Полиция разгромила преступную сеть. · The police crushed the criminal network.
Συντρίβω τα αυγά για την ομελέτα.
Я разбиваю яйца для омлета. · I break eggs for the omelette.
Το κύμα συνέτριψε τα βράχια.
Волна разбилась о скалы. · The wave crashed against the rocks.