συντονίζω
[sindoˈnizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
настраивать (радио, телевизор и т.п.)
to tune (a radio, television, etc.) · συντονίζω το ραδιόφωνο — я настраиваю радио
2
согласовывать, координировать
to coordinate, to synchronise · συντονίζω τα σχέδια με τους συναδέλφους — я согласую планы с коллегами
3
гармонировать, быть в гармонии
to harmonise, to be in tune with · συντονίζω τα χρώματα στο δωμάτιο — я подбираю краски в комнате
Грамматика
Настоящее время
εγώ
συντονίζω
εσύ
συντονίζεις
αυτός
συντονίζει
εμείς
συντονίζουμε
εσείς
συντονίζετε
αυτοί
συντονίζουν
Аорист
εγώ
συντόνισα
εσύ
συντόνισες
αυτός
συντόνισε
εμείς
συντονίσαμε
εσείς
συντονίσατε
αυτοί
συντόνισαν
Будущее
εγώ
θα συντονίσω
εσύ
θα συντονίσεις
αυτός
θα συντονίσει
εμείς
θα συντονίσουμε
εσείς
θα συντονίσετε
αυτοί
θα συντονίσουν
Примеры
Συντόνισα το ραδιόφωνό μου στον σταθμό που θέλω.
Я настроил свое радио на нужную мне станцию. · I tuned my radio to the station I wanted.
Πρέπει να συντονίσουμε τα σχέδιά μας με τα δικά τους.
Нам нужно согласовать наши планы с их планами. · We need to coordinate our plans with theirs.
Η διευθύντρια συντονίζει τις προσπάθειες όλων των τμημάτων.
Директор координирует усилия всех отделов. · The director coordinates the efforts of all departments.
Τα έπιπλα συντονίστηκαν με το ύφος του σπιτιού.
Мебель гармонировала со стилем дома. · The furniture harmonised with the style of the house.