συντομογραφία
[sintomoɣraˈfia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
стенография, скоростное письмо
shorthand, stenography · γρήγορο σύστημα γραφής — быстрая система письма
2
сокращённое обозначение, аббревиатура
abbreviation, abbreviated notation · σύντομη γραφή λέξης — краткая запись слова
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συντομογραφία
вин.
την συντομογραφία
род.
της συντομογραφίας
зват.
συντομογραφία
Мн. ч.
им.
οι συντομογραφίες
вин.
τις συντομογραφίες
род.
των συντομογραφιών
зват.
συντομογραφίες
Примеры
Η συντομογραφία είναι χρήσιμη για δικηγόρους.
Стенография полезна для адвокатов. · Shorthand is useful for lawyers.
Έμαθε συντομογραφία στο σχολείο.
Она учила стенографию в школе. · She learned shorthand at school.
Αυτές οι συντομογραφίες δεν είναι κοινώς αποδεκτές.
Эти сокращения не являются общепринятыми. · These abbreviations are not widely accepted.