Греческий словарь
с грамматикой

συντηρώ

[sintiˈro]глаголB1

Значения

1
содержать в порядке, поддерживать в хорошем состоянии
to maintain, to keep in good condition · συντηρώ το αυτοκίνητό μου — я поддерживаю свою машину в хорошем состоянии
2
содержать, обеспечивать средствами к существованию
to support, to provide for · συντηρώ την οικογένειά μου — я содержу свою семью
3
сохранять, придерживаться (взглядов, идей)
to hold, to maintain (views, beliefs) · συντηρώ παραδοσιακές απόψεις — я придерживаюсь традиционных взглядов

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συντηρώ
εσύ
συντηρείς
αυτός
συντηρεί
εμείς
συντηρούμε
εσείς
συντηρείτε
αυτοί
συντηρούν
Аорист
εγώ
συντήρησα
εσύ
συντήρησες
αυτός
συντήρησε
εμείς
συντηρήσαμε
εσείς
συντηρήσατε
αυτοί
συντήρησαν
Будущее
εγώ
θα συντηρήσω
εσύ
θα συντηρήσεις
αυτός
θα συντηρήσει
εμείς
θα συντηρήσουμε
εσείς
θα συντηρήσετε
αυτοί
θα συντηρήσουν

Примеры

Συντηρώ τακτικά το ποδήλατό μου.
Я регулярно обслуживаю свой велосипед. · I regularly maintain my bicycle.
Ο πατέρας του συντηρούσε ολόκληρη την οικογένεια.
Его отец содержал всю семью. · His father supported the whole family.
Συντηρούν τις παλιές παραδόσεις της κοινότητας.
Они сохраняют старые традиции общины. · They maintain the community's old traditions.
Θα συντηρήσουμε το κτίριο για τα επόμενα χρόνια.
Мы будем поддерживать здание в хорошем состоянии в течение следующих лет. · We will maintain the building in good condition for the coming years.