συντηρητικός
[sindiritiˈkos]прилагательноеB2
Значения
1
консервативный, традиционалистский
conservative, traditional · συντηρητικές απόψεις — консервативные взгляды
2
предохранительный, защитный
preservative, protective · συντηρητικά μέτρα — защитные меры
Грамматика
мужской род
им.
συντηρητικός
вин.
συντηρητικό
род.
συντηρητικού
зват.
συντηρητικέ
женский род
им.
συντηρητική
вин.
συντηρητική
род.
συντηρητικής
зват.
συντηρητική
средний род
им.
συντηρητικό
вин.
συντηρητικό
род.
συντηρητικού
зват.
συντηρητικό
Примеры
Η συντηρητική κυβέρνηση απέρριψε τις μεταρρυθμίσεις.
Консервативное правительство отклонило реформы. · The conservative government rejected the reforms.
Έχει συντηρητικές πολιτικές απόψεις.
У него консервативные политические взгляды. · He holds conservative political views.
Αυτή είναι μια συντηρητική εκτίμηση του κόστους.
Это консервативная оценка стоимости. · That is a conservative estimate of the cost.
Οι συντηρητικοί φορείς προτιμούν τις παραδοσιακές μεθόδους.
Консервативные деятели предпочитают традиционные методы. · Conservative actors prefer traditional methods.