συντεταγμένη
[sindetaɣˈmeni]существительноеη · женский родB1
Значения
1
координата
coordinate · συντεταγμένες στο σύστημα αξόνων — координаты в системе координат
2
условие, договорённость
agreed condition, arrangement · συντεταγμένες συμφωνίας — условия соглашения
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συντεταγμένη
вин.
την συντεταγμένη
род.
της συντεταγμένης
зват.
συντεταγμένη
Мн. ч.
им.
οι συντεταγμένες
вин.
τις συντεταγμένες
род.
των συντεταγμένων
зват.
συντεταγμένες
Примеры
Οι συντεταγμένες του σημείου είναι γνωστές.
Координаты точки известны. · The coordinates of the point are known.
Βρήκαμε τη συντεταγμένη x του σημείου.
Мы нашли координату x точки. · We found the x-coordinate of the point.
Οι συντεταγμένες της συμφωνίας εγκρίθησαν από όλους.
Условия соглашения были одобрены всеми. · The terms of the agreement were approved by everyone.