Греческий словарь
с грамматикой

συντελώ

[sinteˈlo]глаголB2

Значения

1
способствовать, содействовать, служить причиной
contribute to, help bring about, play a role in · συντελεί στην επιτυχία — способствует успеху
2
завершаться, подходить к концу
end, come to an end, be completed · το σχολικό έτος συντελείται — школьный год заканчивается

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συντελώ
εσύ
συντελείς
αυτός
συντελεί
εμείς
συντελούμε
εσείς
συντελείτε
αυτοί
συντελούν
Аорист
εγώ
συντέλεσα
εσύ
συντέλεσες
αυτός
συντέλεσε
εμείς
συντελέσαμε
εσείς
συντελέσατε
αυτοί
συντέλεσαν
Будущее
εγώ
θα συντελέσω
εσύ
θα συντελέσεις
αυτός
θα συντελέσει
εμείς
θα συντελέσουμε
εσείς
θα συντελέσετε
αυτοί
θα συντελέσουν

Примеры

Όλοι συντελούν στην ειρήνη της κοινωνίας.
Все способствуют миру в обществе. · Everyone contributes to peace in society.
Πολλοί παράγοντες συντέλεσαν στο αποτέλεσμα.
Многие факторы способствовали результату. · Many factors contributed to the outcome.
Το καλοκαίρι συντελείται και αρχίζει το φθινόπωρο.
Лето подходит к концу, и начинается осень. · Summer is ending and autumn begins.