Греческий словарь
с грамматикой

συντελεστής

[sin̟deˈles̟tis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
коэффициент, множитель
coefficient, factor · ο συντελεστής του χ — коэффициент при х
2
участник, причастный к делу
accomplice, participant, party to · συντελεστής του εγκλήματος — соучастник преступления
3
фактор, элемент, составляющая
factor, element, component · σημαντικός συντελεστής της επιτυχίας — важный фактор успеха

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο συντελεστής
вин.
τον συντελεστή
род.
του συντελεστή
зват.
συντελεστή
Мн. ч.
им.
οι συντελεστές
вин.
τους συντελεστές
род.
των συντελεστών
зват.
συντελεστές

Примеры

Ο συντελεστής διαφοράς είναι πολύ σημαντικός.
Коэффициент различия очень важен. · The difference coefficient is very important.
Οι συντελεστές της αποτυχίας είναι πολλοί.
Причин провала много. · There are many factors contributing to the failure.
Κατηγορήθηκε ως συντελεστής στο σχέδιο.
Его обвинили как соучастника плана. · He was accused as an accomplice in the plot.
Για τον υπολογισμό χρειαζόμαστε και τον συντελεστή απόδοσης.
Для расчёта нам нужен также коэффициент эффективности. · For the calculation we also need the efficiency coefficient.